Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Hunger Games: A review


Το «Hunger Games» είναι από τις ταινίες που περιμέναμε εναγωνίως για φέτος, όπως έγραψα κι εδώ. Το hype για την ταινία ήταν απίστευτο, και ανέβασε τις προσδοκίες μας –για ένα νέο movie franchise- σε επίπεδο «Harry Potter». 
Εχοντας δει την ταινία μπορώ μετά βεβαιότητας να σας πω  δύο πράγματα. Πρώτον, η ταινία όντως θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες (όταν έγραψα το ποστ ήταν για τρίτη εβδομάδα στη κορυφή του αμερικάνικου box office)  και δεύτερο το ότι  είναι οριακά καλύτερη από το «Twilight» (η άποψη μου για το Τwilight εδώ, για να μην επαναλαμβάνομαι)

Ποιά είναι όμως τα υπερ και ποιά τα κατά;

Αν δεν είσαστε φαν των βιβλίων, αξίζει να δείτε τη ταινία μόνο και μόνο για τη σκηνοθεσία. Λάτρεψα πραγματικά τη προσέγγιση του Gary Ross (που σκηνοθέτησε επίσης το Seabiscuit) που είπε να δώσει ρεαλισμό στη ταινία (mind you, ρεαλισμό σε μετα-αποκαλυπτική ταινία φαντασίας) και να σκηνοθετήσει «με τις αισθήσεις», δηλαδή να μεταφέρει την κατάσταση του χαρακτήρα με αλλαγές στο τρόπο κινηματογράφησης.






 Προσωπικά τάσσομαι υπέρ της πρωτοτυπίας και η σύγχρονη σκηνοθεσία απαιτεί από τον σκηνοθέτη πολύ περισσότερα από να συγκροτήσει ένα shooting list και να στήσει τους ηθοποιούς μπροστά από την κάμερα. Πρέπει να χρησιμοποιήσει την μουσική, τα εφέ, ακόμα και το σκηνικό για να μεταδώσει την κατάσταση του ήρωα. Να μας κάνει να συμπάσχουμε μαζί του, να ταυτιστούμε, για να νοιώσουμε στο τέλος  χαρά με το θριάμβο του. Ο Ross τα καταφέρνει μαεστρικά και μπράβο του.
Περαιτέρω, ο Ross χτίζει ένα κόσμο πλαστικό και μια μεταδίδει μια ψευδάισθηση ανεμελειάς και ασφάλειας, για να την διαλύσει μέσα σε μια μόνο σκηνή με τον πιό βάναυσο τρόπο. Θυμίζοντας έντονα στοιχεία από το βιβλίο «Lord of the flies» (κυρίως λόγω το νεαρό της ηλικίας των διαγωνιζομένων), ο Ross ξεκαθαρίζει με τον πιο απόλυτο τρόπο το premise της ταινίας. Οι αγώνες είναι μέχρι θανάτου, μόνο ένας θα επιζήσει και η μάχη είναι ένδοξη μόνο στα βιβλία και τις ιστορίες. Στη πραγματικότητα  το μόνο που έχει σημασία είναι η επιβίωση.





Στο ρεαλισμό συμβάλλει και η υπέρμετρη (για ταινία με παιδικό και εφηβικό κοινό) βιαιότητα. Αν και πολλές σκηνές κοπήκαν στο μοντάζ, αυτές που τελικά βρήκαν τον δρόμο τους στην οθόνη είναι ενδεικτικές του αιματηρού ύφους της ταινίας. Ο Ross ηθελημένα θέλει να αποφύγει την στυλιζαρισμένη πολεμική χορογραφία και να προβάλει την πιο πρωτόγονη, βίαιη πλευρά των «αθλητών».



UPDATE: O Garry Ross ανακοίνωσε επίσημα ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει για την δεύτερη ταινία της τριλογίας. Κακά νέα για τον επόμενο, γιατί ο πήχης έχει μπει πολύ ψηλά.

Επίσης στα πολύ συν είναι και η πρωταγωνίστρια, Jennifer Lawrence. Το ταλέντο που ξεδίπλωσε στο «X-Men: First Class» και της έδωσε υποψηφιότητα για Οσκαρ στο «Winters Bone», είναι υπέραρκετό για να την κάνει να ξεχωρίσει από τον συρφετό των μέτριων ηθοποιών που την περιστοιχίζουν στη ταινία.




Και μιας και μιλούμε για μέτριους, μεγάλο αμάρτημα αμα δεν αναφέρούμε δύο άλλες ηθοποιάντζες που παίζουν στη ταινία. Τον Stanley Tucci και τον Woody Harrelson.
Αν υπήρχε Οσκαρ για κάστινγκ δεύτερου ρόλου, ο υπεύθυνος του Hunger Games θα το έπαιρνε hands down. Από την μια έχουμε τον «άρχοντα του δευτέρου ρόλου» Stanley Tucci, o οποίος το ‘χει κάνει καριέρα να παίξει σε δεύτερους  ρόλους . O Stanley Tucci είναι για τις ταινίες ότι η σάλτσα φρέσκιας κρέμας για την μαγειρική. Μπορείς να την βάλεις οπουδήποτε και κάνει το φαί να φαίνεται πάντα καλύτερο! 






Ο Woody Harelson από την άλλη, είναι ίσως ο μοναδικός ηθοποιός που θα μπορούσε να φαίνεται απειλητικός με μαλλί κουρτίνα. Εξτρα πόντους για awesomeness από τον πρωταθλητή του είδους!





Τώρα, ποιό είναι το πρόβλημα; Το υλικό που έχουν να δουλέψουν όλοι αυτοί. Οσο όμορφα και να μαγειρέψεις το χαλασμένο κρέας, πάλι θα μείνει χαλασμένο στο τέλος της ημέρας (im sticking to cooking references today). Κι αναφέρομαι στο βιβλίο από την Σουζάν Κόλλινς που είναι η βάση της ταινίας.



Σε πρώτο στάδιο, υποφέρει από «χαρριποτερίτιδα». Σε πολλά σημεία δεν βγάζει νόημα, εάν δεν έχεις διαβάσει το βιβλίο. Αυτό περιορίζει μεν από την μια το κοινό, αλλά οι φαν της σειράς αρκούν και περρισεύουν για να καλύψουν την χασούρα.
Πέραν τούτου όμως (και εδώ με την άδεια σας θα επικαλεστώ την ευρεία μου γνώση περί φανταστικής λογοτεχνίας), γενικά η υπόθεση δεν είναι καλή. Οταν το «Τwilight» άρχισε να τραβά τα βλέμματα, παρά την απέχθεια μου για την σύγχρονη βαμπιρική λογοτεχνία, είπα να του δώσω μια ευκαιρία. Ηταν ολέθριο λάθος και το μετανιώνω. Ηταν κάκιστο, προβλέψιμο, ρηχό και κακογραμμένο. Το «Hunger Games» ομολογώ ότι δεν το διάβασα αλλά όσα είδα στη ταινία νομίζω αρκούν για να σχηματίσω μια κάποια άποψη.

Είναι πολλά τα σημεία που θα μπορούσαμε να πούμε για να δείξουμε ότι το υλικό είναι second rate, αλλά θέλω να σταθώ σε κάτι που είναι ενδεικτικό μέτριας δουλειάς. Την συχνή χρήση του «απο μηχανής θεού».  Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πολλοί συγγραφείς δεν είναι η έλλειψη φαντασίας, όπως θα περίμενε κάποιος, αλλά η υπερβολική δόση της. Οι νεαροί συγγραφείς είναι γεμάτοι από ιδέες και θέλουν να τις συμπεριλάβουν όλες στο έργο τους. Αποτέλεσμα; Φτάνουν σ’ ένα σημείο που μπλέκουν τον ήρωα τους τόσο πολύ που δεν έχουν ιδέα πως να τον σώσουν. Ετσι, αντιμέτωποι με την καθόλου ελκυστική επιλογή του να ξαναρχίσουν, εισάγουν μια συγγραφική ευκολία, μια ανωμαλία αν θέλετε, για να ξεμπερδέψουν. Το «Hunger Games» βρίθει από τέτοιες. Είτε είναι ένα τζελ που θεραπεύει τα πάντα, είτε είναι ένα δώρο στη κατάλληλη στιγμή, οι ευκολίες που εισάγει συνεχώς το «Hunger Games» είναι καρφιά στο φέρετρο του συγγραφικού ταλέντου της Κολλινς. Οχι πως αυτό σημαίνει ότι δεν περιμένει λαμπρή συγγραφική καριέρα. Οπως μας έδειξε και Meyer, έτερον εκάτερον.
Πέραν των σεναριακών ευκολιών, οι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται, δεν συνδεόμαστε μαζί τους, δεν νοιώθουμε την αγωνιά τους και ως αποτέλεσμα δεν μας πολυενδιαφέρει αν ζήσουν ή όχι.

Συνοψίζοντας, η υπόθεση του «Hunger Games» δεν παλεύεται με τίποτα. Αξίζει όμως να το δείτε για την εξαίρετη σκηνοθεσία, τις πολύ καλές ερμηνείες αλλά και το γεγόνος ότι σε κάποιες φάσεις είναι τόσο bad-ass που χτυπά 10/10 στη κλίμακα Danny Trejo!

6 σχόλια:

  1. ούτε με ενέσεις εν αντέχετε η ταινία..ούτε η σκηνοθεσία ήταν καλή. or maybe it was the bad acting that did it..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. συνηθισε στη ιδεα απο τωρα γιατι το δευτερο και το τριτο ερχονται :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εεεμ, καλημέρα. Άρκησα? Κανέναν εξάμηνο? Εν πειράζει, προτιμώ να αρκώ παρά να τελειώνω γρήγορα--if you get what I mean. Τώρα, στο θέμα. Είμαι στο τρίτο βιβλίο της τριλογίας. Μόλις τέλειωσα το πρώτο, είδα και την ταινία. Σίγουρα δεν ήταν και η καλύτερη action/drama/fiction/fantasy etc etc ταινία που είδα στην ζωή μου, αλλά ήταν σαφώς καλύτερη από την μεταφορά του Percy Jackson and the Olympians στο σινεμά. Παρόλα ταύτα, λιαξ. Όντας φαν του γραπτού λόγου, βρίσκω ότι τουλάχιστον αυτή ήταν κατώτερη των προσδοκιών μου κατά πάρα, μα πάρα, πολύ. Το συναίσθημα και το αμείωτο ενδιαφέρον που βρήκα εγώ--προσωπικά πάντα--στην γραπτή ιστορία της κας. Κόλλινς, απουσιάζει παντελώς από την ταινία. Διαβάστε το βιβλίο, εν πολλά καλό !
    Πάντα με αγάπη.
    Τι άλλο να πω? Αυτά. Άτε, πρέπει να πάω να ξυριστώ τώρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μια χαρά είσαι! Δεν άργησες. Διαβασα το πρώτο βιβλίο και αν και οντως η ταινία δεν το αποδίδει καλά, εξακολουθώ να μην είμαι φαν :) Περί ορέξεως όμως... Αν εισαι φαν της φανταστικης λογοτεχνιας, εισηγούμαι τα εργα του Guy Gabriel Kay που ήταν και ο άνθρωπος που επιμελήθηκε το μετά θάνατον έργο του Τολκιν. Και ειδικότερα την τριλογια "The Fionovar Tapestry"

      Διαγραφή
    2. :) Α, ευχαριστώ. Θα το προσθέσω στην to-red list μου.

      Διαγραφή